ευμνημόνευτος

ευμνημόνευτος

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ευμνημόνευτος" в других словарях:

  • εὐμνημόνευτος — easy to remember masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευμνημόνευτος — η, ο (Α εὐμνημόνευτος, ον) αυτός που μνημονεύεται εύκολα, που μπορεί να τόν θυμάται κάποιος εύκολα, ευκολομνημόνευτος («τοῡτο μὲν διὰ τὴν ἀήθειαν τῶν λεχθέντων εὐμνημόνευτον», Πλάτ.) αρχ. πρόχειρος, προσιτός («εὐμνημόνευτα φάρμακα», Ιπποκρ.).… …   Dictionary of Greek

  • ευμνημόνευτος — η, ο αυτός που εύκολα συγκρατείται στη μνήμη, που απομνημονεύεται εύκολα, αλλ. ευκολοθύμητος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐμνημονευτότατον — εὐμνημόνευτος easy to remember masc acc superl sg εὐμνημόνευτος easy to remember neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμνημόνευτον — εὐμνημόνευτος easy to remember masc/fem acc sg εὐμνημόνευτος easy to remember neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμνημονευτότερα — εὐμνημόνευτος easy to remember neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμνημονεύτους — εὐμνημόνευτος easy to remember masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμνημονεύτῳ — εὐμνημόνευτος easy to remember masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμνημόνευτα — εὐμνημόνευτος easy to remember neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμνημόνευτοι — εὐμνημόνευτος easy to remember masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»